Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...

ΨΑΧΝΟΥΜΕ...


ΨΑΧΝΟΥΜΕ...

 
Στα καθημερινά μας προβλήματα κανένας δεν καταλαβαίνει τι ψάχνουμε.Αλήθεια,ξέρουμε τι ζητάμε και πώς θα το φτάσουμε?Ξέρουν ή διαβάζουν αυτοί που αποφασίζουν για μνημόνια,μέτρα και διορθωτικές  αλλαγές,ποια είναι η κατεύθυνση και ο στόχος?Ερωτήματα που μόνο απλά μπορούν να απαντηθούν αλλα και κανένας ξένος οργανισμός δεν μπορεί να περιγράψει τις απαντήσεις σε κανένα χαρτί για να τις επιβάλει.Γιατί η λύση θέλει στόχους,αναδιοργάνωση,καινούρια μυαλά,πρόσωπα άφθαρτα με οράματα και όχι διαχειριστές και φυσικά αναζητά επιτέλους σοβαρότητα.Θα μου πείτε,όλα αυτά τα είχαμε μόνο στα κάδρα και στα όμορφα λόγια και τώρα με κραυγές και έναν άπιαστο κανιβαλισμό προσπαθούμε να περισώσουμε την τιμή μας.Ο απλός κόσμος όμως θέλει λύσεις και οχι πολιτικές γκιλοτίνες στα δικαστήρια των παραθύρων των ΜΜΕ.Το πολιτικό και οικονομικό σύστημα διακυβέρνησής μας απλά ανακύκλωνε τις προβεβλημένες φάτσες και ψάχνει για ακόμη μια φορά τα εξιλαστήρια θύματα της τωρινής κρίσης του για να περισωθεί.Κάποιοι περιφερειακοί εκπρόσωποί του ίσως πάνε στο τέλος στη φυλακή,για φαινομενικό ξεσκαρτάρισμα.Ο απλός κόσμος θέλει την χαμένη σοβαρότητα.Ψάχνουμε....

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ


Η πρόσφατη ανομολογήτως πτωχεύσασα πατρίδα μας έχει μετατραπεί σε αυτοκρατορία.Των συναισθημάτων.Οργή,φόβος,ντροπή(δόξα τω Θεώ,πραγματική ντροπή,ύστερα απο χρόνια)ενθρονίστηκαν στην χώρα.Δε χρειάζεται να ανησυχούμε.Χίλιες φορές είναι προτιμότερες τέτοιες αντιδράσεις απο τον ωχαδερφισμό,τον κυνισμό και τον υπερφίαλο επαρχιωτισμό που μας είχαν παραλύσει.Τα ζόμπι(ναι,κυκλοφορούν πολλά ανάμεσά μας)ισχυρίζονται ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα με τη λογική.Με τη λογική ναι,αλλά όχι μόνο με τη λογική.Τα πράγματα,όμως δείχνουν να παίρνουν στραβό δρόμο.Ξεχάσαμε πότε ακούσαμε την τελευταία καλή είδηση.Μόνο μαυρίλα βλέπουμε μπροστά μας.Μέρα   με τη μέρα αυξάνεται η ανασφάλεια,η απογοήτευση και η κακοδιαθεσία.Αυτά είναι συμπτώματα εθνικής  κατάθλιψης.Ας δούμε την φωτεινή πλευρά της ζωής..Μην ξεχνάμε ότι όλα στην ζωή μας είναι δανεικά και περαστικά.

Είσαι η χαρά και το χαμόγελο μου . . .

Είσαι η χαρά και το χαμόγελο μου . . .

Μωράκι μου , κάθε βράδυ μόλις κλείσω τα μάτια μου νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου , το χαμόγελο σου ηρεμεί την ψυχή μου , μου λείπει το τρυφερό άγγιγμα σου , κοντά σου αισθάνομαι την
ανάγκη να ανοίγω την καρδιά μου . Αγάπη μου θέλω να απλώσω τα χέρια μου να πέσω στην ζεστή αγκαλιά σου και να κλάψω από χαρά που είσαι δίπλα μου , είσαι ο άγγελος μου και μόνο με την σκέψη σου η καρδιά μου πλημμυρίζει από χαρά , κοντά σου κοριτσάκι μου ελευθερώθηκαν όλα τα φυλακισμένα αισθήματα μου .


Ματάκια μου όμορφα δυο λέξεις έρχονται συνέχεια στο μυαλό μου δυο λέξεις συνεχώς ψιθυρίζω , Σ' ΑΓΑΠΩ , έφερες την άνοιξη στην καρδιά μου και αυτό είναι το πιο σημαντικό , όλα τα άλλα μου

φαίνονται ασήμαντα , με τα φιλιά σου δραπετεύω ψυχούλα μου , στην αγκαλιά σου κλείνω τα μάτια και χάνομαι , είσαι το αστέρι που φώτισε την καρδιά μου . Σε σκέφτομαι και μου λείπεις , σε νοιάζομαι και είναι φορές που η καρδιά ματώνει με τη σκέψη ότι κάτι σου συμβαίνει και χάνεται από το πρόσωπο σου αυτό το υπέροχο χαμόγελο ,

Η καρδιά μου συνέχεια είναι δίπλα σου και κάθε φορά που σε σκέφτομαι είναι έτοιμη να σπάσει , το μυαλό μου κατοικεί στην αγκαλιά σου , την αγάπη σου την νιώθω σαν φυλαχτό ,σε λατρεύω καρδούλα μου , σ' αγαπώ με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου .

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ  ΕΡΩΤΑΣ
                                    
           Η Τερέζα έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη . Αυτό που   έβλεπε την ικανοποιούσε απόλυτα.
           Πήρε το μπουκαλάκι με την κολόνια και  έβαλε δυο σταγόνες πίσω από το κάθε αυτί.
           « Θα του αρέσω?» αναρωτήθηκε.
           Δεν ήταν καμιά κούκλα αλλά με λίγο μακιγιάζ με ένα καλό χτένισμα και ένα ωραίο ντύσιμο δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη .
            Είχε περάσει τα τριάντα τρία της χρόνια και μια μικρή ανασφάλεια είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στο πίσω μέρος της σκέψης της . Ο εξάχρονος δεσμός τηςa με τον Κώστα τέλειωσε πριν δύο χρόνια. Έφταιγε αυτός, έφταιγε εκείνη, ποτέ δεν το έψαξε . Έσβησε σιγά- σιγά χωρίς να το καταλάβουν . Δεν επεδίωξε να κάνει άλλη σχέση παρόλο που της έτυχαν κάποιες καλές περιπτώσεις . Ήθελε να μείνει για λίγο μόνη της .
            Μετά τον χωρισμό της με τον Κώστα μόνιμος συνοδός της ήταν ο Νικήτας  ο παιδικός της φίλος.
             Με τον Νικήτα ήταν ερωτευμένη στα εφηβικά της χρόνια , ήταν ο κρυφός της έρωτας . Ποτέ δεν του το έδειξε άλλα ούτε κι εκείνος της είχε δείξει ποτέ να τον ενδιαφέρει ερωτικά. Την πείραζε πάντα και πολλές φορές την απογοήτευε με το χιούμορ του λέγοντας της
«Πως είσαι έτσι σήμερα; Τα χάλια σου έχεις.» ή την φώναζε κουτορνίθι και διάφορα άλλα ενώ εκείνη έκανε οτιδήποτε για να του αρέσει. Με τον καιρό κλείδωσε τα αισθήματά της για τον Νικήτα βαθιά μέσα της όμως ποτέ δεν έπαψαν να είναι φιλαράκια.
            Πριν δυο μήνες τον έστειλε η εταιρεία στην οποία ήταν στέλεχος, μια πολυεθνική , στην Αμερική για κάποια σεμινάρια . Σ’ αυτό το διάστημα επικοινωνούσαν σχεδόν καθημερινά . Η Τερέζα όσο έλειπε μακριά της ένοιωθε τον έρωτα μέσα της να φουντώνει .Της έλειπε τόσο πολύ.  Μα και εκείνος με μισόλογα της έδωσε να καταλάβει πως ένιωθε το ίδιο .Μετά από κάθε τους συνομιλία η Τερέζα σκεφτόταν τα λόγια του, και προσπαθούσε να διαβάσει τις κρυφές του σκέψεις.
           «Ίσως φοβάται την απόρριψη , ίσως νομίζει πως θα προδώσει την φιλία μας . Πρέπει να κάνω εγώ το πρώτο βήμα. Όση ώρα ετοιμαζόταν άρχισαν να περνάνε σαν κινηματογραφική ταινία  διάφορα στιγμιότυπα από την παιδική τους  ηλικία
    
              -Τερέζα! Ο μπαμπάς μου, μου έφερε το καινούργιο μίκυ μάους, θα ‘ρθεις να το διαβάσουμε μαζί;
              Ήταν η φωνή του Νικήτα που την φώναζε από την αυλή του σπιτιού της. Στο παλιό διώροφο, έμεναν η οικογένεια της Τερέζας στον πάνω όροφο  και του Νικήτα στον κάτω. Οι γονείς του είχαν ένα μπακάλικο μερικά τετράγωνα πιο κάτω και ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν και οι δυο αρκετές ώρες αφήνοντας τον μόνο στο σπίτι. Η μητέρα της Τερέζας τον πρόσεχε σαν να ήταν δικό της παιδί. Τις οικογένειες τους τις συνέδεε παλιά φιλία. Τα δυο παιδιά μεγάλωναν μαζί. Η Τερέζα ήταν δυο χρόνια μικρότερη  και ο Νικήτας την βοηθούσε στα μαθήματά της και περισσότερο στην αριθμητική που εκείνη δεν τα κατάφερνε. Έπαιζαν μαζί και πολλές φορές κοιμόντουσαν και μαζί όταν αργούσαν να γυρίσουν οι γονείς του  και τον έπαιρνε ο ύπνος στο σπίτι της. Τα καλοκαίρια  πάντα έκαναν τις διακοπές τους και τα μπάνια τους στο νησί ,κοντά στην γιαγιά του Νικήτα, στην Μήλο.
              Ο Νικήτας της έμαθε μπάνιο στη θάλασσα, ακόμα της έμαθε να  ρίχνει βουτιές από το καΐκι του παππού του, να ψαρεύει με την μάσκα αχινούς και κοχύλια, εκείνος μπροστά και εκείνη πίσω τον παρακολουθούσε πως έβρισκε τα χταπόδια  και με το καμάκι τα έπιανε. Ήταν ο αγαπημένος μεζές του παππού του.
              -Αυτό παππού για σένα, φώναζε μόλις το σήκωνε έξω από το νερό
 Η Τερέζα ήταν φοβητσιάρα έτρεμε τα έντομα. Ένα καλοκαίρι στο νησί ο Νικήτας την τρόμαξε τόσο πολύ που δεν ήθελε να τον ξαναδεί.
     -Τερέζα, της φώναξε έλα να δεις τι κρατάω στο χέρι μου
Η Τερέζα έτρεξε κοντά του και τότε εκείνος άνοιξε το χέρι του και της πέταξε ένα τζιτζίκι επάνω της .. Οι φωνές της ακούστηκαν σ’ όλο το νησί και το χειρότερο για κείνη ήταν ότι ο Νικήτας είχε ξελιγωθεί στα γέλια. Εκείνη την ημέρα ένιωσε ότι τον μίσησε. Δεν ήθελε για πολύ καιρό να τον έχει φίλο της.

Στα χρόνια της εφηβείας τους, ο Νικήτας έβγαινε με τους φίλους του, μιλούσαν για κορίτσια, φλέρταραν. Η Τερέζα ένιωθε μικρά τσιμπηματάκια ζήλειας. Όταν η Βάνα  η κοινή τους φίλη έγινε το κορίτσι του, κατάλαβε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Άρχισε να προσπαθεί να τον κάνει να την προσέξει  όμως εκείνος δεν έδειξε ποτέ ερωτικό ενδιαφέρον  για κείνη. Η Τερέζα έκλαψε αρκετές φορές τις νύχτες γυρίζοντας από κάποια φιλική έξοδό τους. Σιγά-σιγά απομακρύνθηκε. ‘Άλλαξαν σπίτι, ο Νικήτας πήγε στο πανεπιστήμιο, έκαναν νέες παρέες  και μετά γνώρισε τον Κώστα  ‘Έζησαν έναν όμορφο έρωτα μέχρι που ήρθε ο χωρισμός. Με τον Νικήτα χάθηκαν όλα αυτά τα χρόνια. Που και που τηλεφωνούσε ο ένας στον άλλον στις γιορτές, στα γενέθλιά τους… Μετά τον χωρισμό της, αναζήτησε τον Νικήτα. Ήταν και εκείνος μόνος του  κι έτσι άρχισαν πάλι να περνούν μαζί τις ελεύθερες ώρες τους.
 
             Κοίταξε το ρολόι της
            «Πέντε και μισή, έχω χρόνο» σκέφτηκε.
             Στο τηλέφωνο, της είχε πει ότι θα έφτανε Ελλάδα γύρω στις επτά.
             Πήρε τα τσιγάρα της από το κομοδίνο και με νευρικές κινήσεις άναψε ένα .
             « Γιατί Θεέ μου έχω τόσο τρακ» αναρωτήθηκε
              Τράβηξε δυο ρουφηξιές και το ίδιο νευρικά το έσβησε στο μικρό κρυστάλλινο τασάκι.
               Άρχισε να μαζεύει και να βάζει στις κρεμάστρες τα φορέματα που δοκίμαζε όλο το μεσημέρι και τα είχε σκορπίσει επάνω στο κρεβάτι
              « Μόλις τον δω θα τρέξω στην αγκαλιά του, θα του πω πόσο πολύ μου έλειψε … Σίγουρα θα είναι κουρασμένος από το πολύωρο ταξίδι του…αν θέλει να ξεκουραστεί θα τον πάω στο σπίτι του…ίσως περάσουμε μαζί τη νύχτα…Αχ! Νικήτα, πόσο ευτυχισμένη θα ήμουνα αν ήξερα ότι κάνεις και συ τις ίδιες σκέψεις …ότι τα όνειρά μου είναι και δικά σου όνειρα….Γιατί δεν μπόρεσες να διαβάσεις ποτέ τα μάτια μου …ν’ ακούσεις την καρδιά μου … πόσο χρόνο θα είχαμε κερδίσει..»
              Όλες αυτές οι σκέψεις έβγαιναν σαν παραμιλητό από τα χείλη της. Ένοιωθε χαρούμενη , ευτυχισμένη μα είχε και ένα μικρό φόβο μέσα της , μήπως είχε παρασυρθεί από τα δικά της αισθήματα και έκανε λάθος για του Νικήτα. «θα δείξει» σκέφτηκε και έδιωξε αμέσως από το μυαλό της αυτή τη σκέψη.
            « Κλειδιά, τσιγάρα, κινητό» είπε και μαζεύοντας τα, τα έριξε μέσα στην τσάντα της. Πήρε την ζακέτα της και κλείνοντας την πόρτα του μικρού της διαμερίσματος κατέβηκε στο αυτοκίνητο της .
            Η διαδρομή μέχρι το αεροδρόμιο της φάνηκε ατελείωτη. Όλα τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο είχε την εντύπωση ότι μιλούσαν για την δική της αγάπη
            « Αχ! Αγάπη μου , αν μπορούσα να σου μεταβιβάσω τη σκέψη μου , να σου φωνάξω πόσο πολύ σ’ αγαπώ και να μ’ ακούσεις….
             Έφτασε στο αεροδρόμιο ένα τέταρτο νωρίτερα. Μπαίνοντας παρατήρησε μια ασυνήθιστη κίνηση,  πήρε ένα περιοδικό και κάθισε στην καφετέρια . Η αναμονή ήταν ότι χειρότερο για την Τερέζα. Η αγγελία που ακούστηκε από τα μεγάφωνα  την έκανε  να παγώσει
                                                * * *
              Η πτήση του Νικήτα δεν  θα έφτανε ποτέ… Η ανακοίνωση του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος την άφησε καρφωμένη τρεις ολόκληρες ώρες στην ίδια θέση σαν χαμένη πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής .
              Μαζί με τον Νικήτα είχαν χαθεί όλα τα όνειρά της και οι ελπίδες  του μεγάλου ανεκπλήρωτου έρωτά της και δεν θα μάθαινε ποτέ αν  ο κρυφός της έρωτας για κείνον, ήταν ένας αμοιβαίος έρωτας….     
                                               Τ Ε Λ Ο Σ 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ … (Ό,τι γράφτηκε κατά καιρούς στο blog)


Δεν τα είπε κάποιος … διάσημος , φιλόσοφος , επώνυμος ή σπουδαίος …
Λόγια είναι , που ειπώθηκαν , μέσα σ’ αυτό το μπλογκ .
Τα είπαμε , εγώ … εσύ … κι εσύ … κι εσύ … ακόμη κι εσύ καλέ μου φίλε που μπορεί να μην ξεστόμισες ποτέ κάτι πάνω σ’ αυτό το θέμα , έγινες όμως με κάτι άλλο που είπες , η αιτία , να ειπωθεί κάτι πάνω στον Έρωτα … Τον πιό μεγάλο θεό , από καταβολής νοητικών αναζητήσεων και με τους πιό πολλούς και φανατικούς πιστούς , σε όλο τον κόσμο …
eros
—————————————————————————-
Για τον … έρωτα , δεν υπάρχει κατάλληλη ώρα … Δεν τον παραγγέλνουμε και άν το … ντιλίβερυ αργήσει … αρνιόμαστε να τον παραλάβουμε και βροντάμε την πόρτα στα μούτρα του ντιλιβερά … Για το σεξ … ίσως . Για τον έρωτα όμως , όχι . Όποιος παραιτείται από τον έρωτα , έχει πεθάνει ….
Και δεν το ξέρει .
.
Ο έρωτας είναι η χαρά και η γλύκα της ζωής , αλλά όταν … “αργεί” … (όταν έρχεται αργά) αφήνει μια πικράδα .
.
Στις περιπτώσεις Ηθικής παρενόχλησης και διαστροφικής κεκαλυμμένης συμπεριφοράς , ΔΕΝ υπάρχει έρωτας … Ούτε από την μια , ούτε από την άλλη μεριά . Υπάρχουν μόνο … θύτες … Και θύματα .
.
Όμορφοι άνθρωποι … όμορφα θύματα του έρωτα γίνονται .
.
Υπάρχουν οι άνθρωποι , που ζουν , μόνο για τον έρωτα , και οι άνθρωποι , που ζουν , για όλα τα άλλα … Δεν κριτικάρω κανέναν … Το να ανήκεις στους πρώτους , θέλει πολύ … “γερό στομάχι” .
.
Ο Έρωτας πάντα πονά και σφάζει , αλλά και πάντα θα τον ψάχνουμε …
.
Τιμή μας και καμάρι μας  και κέρδος μας ο κάθε έρωτας που ζούμε … Αλλά , πως να το κάνουμε ; …. Πονάει …. Πονάει ο … άτιμος . Κάτι σαν …. αποτρίχωση ένα πράγμα .
.
Ο έρωτας είναι το καθαρότερο πρίσμα από όπου η ομορφιά διαθλάται στον κόσμο…
.
Όταν έχει ο έρωτας λογική,λυπάμαι,αλλά δεν είναι έρωτας πολύ.
.
Τον Έρωτα , δυστυχώς , όσο και να τον εξιδανικεύουμε , δεν είναι μόνο οι συμβάσεις και τα “πρέπει” , που μας εμποδίζουν να τον βιώσουμε …. αλλά είναι μια άλλη πανανθρώπινη μεγάλη Αρχή , που μας εμποδίζει (ενίοτε) να “ταξιδέψουμε” μέσα του , και η Αρχή αυτή λέει πως :
“Ο Έρωτας , για να … διαγράψει πορεία , χρειάζεται … ΔΥΟ ερωτευμένους ανθρώπους” ….
Εκεί είναι τα … ζόρια .
.
Το να βιώσεις το σεξ … είναι τόσο εύκολο (στην εποχή της αφθονίας , μάλιστα που ζούμε) , που χάνει μεγάλο μέρος της … γκλαμουριάς του … Δεν υποτιμώ το σεξ … μεγάλη ιστορία … σπουδαίο ταξίδι … Αλλά εδώ , μιλάμε για … Έρωτα .
.
ΞΕΡΩ τι είναι ο έρωτας . Με έχει μετατρέψει σε ευτυχισμένο απαλόχρωμο πούπουλο, άλλοτε σε… πυρκαγιά με ασύλληπτες αποχρώσεις, και άλλες … με έντυσε με του πόνου και της καταστροφής το μαύρο.
.
Τον έρωτα μπορείς να τον συναντήσεις ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ (λογαριασμό δεν θα σου δώσει). Επομένως δεν τίθεται θέμα παρανομίας, ηλικίας, διαφοράς ηλικίας, μη συμβατού κοινωνικού επιπέδου, γεωγραφικής απόστασης,…..
.
Ο έρωτας έχει ένα πρόσωπο αλλά πολλά προσωπεία. Το αυτό συμβαίνει και με την ανάγκη για σεξ και με την πορνεία. Τραγικό είναι να τα μπερδεύουμε ακουσίως είτε από άγνοια είτε από αδυναμία .
.
Ο “καλοσιδερωμένος”, και … με άρτιο φινίρισμα έρωτας , είναι μόνο για τα βιβλία και τις παλιές Χολλυγουντιανές ταινίες .
.
Η Αγάπη , έχει λογική …
Ο Σεβασμός , έχει κι αυτός …
Ο Έρωτας ΔΕΝ ΕΧΕΙ πάντα …
.
Απλά , … όπου μπαίνει ο ΕΡΩΤΑΣ , όπως και να έχει το θέμα …. η κατάληξη είναι ο πόνος ….. είτε συγκρίνεται … είτε επιλέγεται … είτε αποδιώχνεται , πάντα η κατάληξη είναι ο πόνος …. Σε όποιο παιχνίδι μπαίνει ….
Το πιο παράξενο δε από όλα , είναι ότι τις περισσότερες φορές , … το ξέρουμε …
.
Θαρρώ , πως στο βάθος – βάθος των επιθυμιών μας , κανείς δεν θέλει τον Έρωτα … Όλοι για κάτι ασφαλέστερο ψάχνουμε . Ο έρωτας όμως κάποτε , πέφτει σαν … Ναπάλμ , πάνω στα κεφάλια μας ….
.
Ο έρωτας θέλει κότσια για να ‘σαι αντάξιός του κι ούτε μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό ότι μπορεί να είναι “καλοσιδερωμένος”! Θα ήταν, τότε, τουλάχιστον πληκτικός και ανούσιος. Ο έρωτας είναι φωτιά και μόνος όποιος τον αντέχει είναι και άξιος να τον ζήσει.
.
Ο Έρωτας , καραδοκεί στις γωνίες μας και γυρεύει πάντα να αρπάξει την ψυχή μας … είτε είμαστε άντρες , ή γυναίκες , νέοι ή … λιγότερο νέοι …
.
Ο έρωτας…
πότε χτίζει ένα μικρό δωμάτιο
πότε έναν κήπο ολάνθιστο
πότε μια ολόκληρη πολιτεία
πότε τον ουρανό με τ’ άστρα .
.
Η σύνεση , είναι μια σπουδαία Αρετή , που μακάρι να την διαθέτουμε εύκαιρη σε όλα τα προβλήματα της ζωής μας , αλλά θαρρώ πως λίγα έχει να προσφέρει στα θέματα του έρωτα …
.
Μέσα στο ερμάριο της καρδιάς σου , που απ’ εξω γράφει «ΘΑΥΜΑΖΩ» , βάλε τους … δυνατούς … Όμως σε εκείνο το περίφημο και υπέροχο ερμάριο που απ έξω γράφει «ΑΓΑΠΩ» , … στρίμωξε εκεί μέσα και τους … αδύναμους … Μπορεί να μην είναι αξιοθαύμαστοι , αλλά η Αγάπη , έχει φτιαχτεί και γι αυτούς ….
.
Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες , (όσο κι αν αυτό ακούγεται τραγελαφικό) , είναι μια θαυμάσια παρακαταθήκη , στο «σεντουκάκι» όπου στιβιάζουμε τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις συναισθημάτων μας …Όταν μια μέρα , συνταξιούχοι πια (όχι από την Υπηρεσία μας , αλλά απο τους έρωτές μας … υπάρχει κι αυτό … ) θα περνάμε την ώρα μας ανοίγοντας και σκαλίζοντας το , θα το καταλάβουμε όλοι , ότι όντως είναι μια θαυμάσια παρακαταθήκη .
.
Εγώ προσωπικά δεν μπερδεύομαι μ’ αυτά που λέμε … Με τον Έρωτα μπερδεύομαι , όπως κάθε απλός , φυσιολογικός , ευάλωτος άνθρωπος .
.
Και τότε , άνοιξαν πόρτες μυστικές , και δίαυλοι από καιρό κλειδαμπαρωμένοι , και μπούκαρε ο … Έρωτας , σαν ανάμνηση , σαν πεθυμιά , και “ξύπνησαν” όλες οι αναμνήσεις του Πόνου του , της γλύκας , των δακρύων του , της αγωνίας , της προσδοκίας , της αναμονής , της πίκρας , της απογοήτευσης , της ελπίδας του γυρισμού , και του πένθους του χαμού του …
.
Τελικά , ο Έρωτας , πάντα “έρχεται” … Αρκεί να ξέρεις να κοιτάς προς τις εισόδους που μπαίνει … να μάθεις να τον αναγνωρίζεις … Ακούγεται χαζό , αλλά δεν είναι … Ό, τι βιώνουμε σαν έρωτα , δεν είναι πάντα … έρωτας .
.
Θυσίες “ζητάει” απ’ τους πιστούς του ο … φοβερός Θεός Έρωτας … Γιατί , δεν υπάρχει Θεός , που να μην απαιτεί θυσίες ….
.
Αλλοίμονο σ’ αυτόν , που δεν έχει αναμνήσεις ερώτων .
.
Αξίζει να κλαίμε στον χαμό , ή την νοσταλγία των ωραίων Ιδεών …. Και ο Έρωτας , είναι κι αυτός μια ωραία Ιδέα .
===============================
eros 1
————————————————————————-
Ε , … δεν “παιζόμαστε” , με τίποτα …
Καυτό το θέμα σήμερα .
Καυτό σαν … γνήσιο Καλοκαίρι .

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Λέων Τολστόι:Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς όλων των εποχών

Λέων Τολστόι:Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς όλων των εποχών

Λέων Τολστόι - Leo Tolstoy
Σαν σήμερα, το 1828, ήρθε στη ζωή ο Κόμης Λεβ Νικολάγιεβιτς Τόλστοϊ, ή απλώς Λέων Τολστόι.
Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς όλων των εποχών, άφησε πίσω του πλήθος έργων κορυφαίας ποιότητας, επέδρασε καταλυτικά στον παγκόσμιο λογοτεχνικό ρεαλισμό, ουμανιστής και φιλάνθρωπος αποτέλεσε το πνευματικό σημείο αναφοράς της τόσο της εύπορης τάξης όσο και του απλού λαού.
Ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει και να είναι υγιής χωρίς να σκοτώνει ζώα για τροφή. Επομένως, αν τρώει κρέας, συμμετέχει στην αφαίρεση της ζωής ενός ζώου μερικώς για χάρη της όρεξής του. Και η πράξη αυτή είναι ανήθικη.
Writings on Civil Disobedience and Nonviolence (1886) Λέων Τολστόι
Κορυφαίος Ρώσος μυθιστοριογράφος και ηθικός στοχαστής, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της (ρεαλιστικής) λογοτεχνίας σε παγκόσμια κλίμακα. Και οι δυο γονείς του ανήκαν σε παλιές αριστοκρατικές οικογένειες, που μέλη τους κατείχαν υψηλά αξιώματα στο στρατό και τη διοίκηση.
Ο πατέρας του Νικολάι Ίλιτς ήταν ένας καλόκεφος και ήρεμος άνθρωπος, με λεπτή ειρωνική διάθεση και πολύ ζωηρή αίσθηση της προσωπικής του αξιοπρέπειας. Ο πατέρας του ήταν αξιωματικός του ρωσικού στρατού και πήρε μέρος στους πολέμους εναντίον του Ναπολέοντα (1812-13).
Το 1822 πήρε γυναίκα του την πλουσιότατη πριγκίπισσα Μαρία Νικολάγεβνα Βολκόνσκαγια, κόρη μεγάλου αξιωματούχου, και το 1824 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο προικώο κτήμα του στη Γιάσναγια Πολυάνα (όχι μακριά από τη Μόσχα). Εκεί γεννήθηκε, στις 28 Αυγούστου του 1828, ο κατοπινός μεγάλος συγγραφές κι εκεί έζησε τα παιδικά του χρόνια αποκτώντας πολύτιμα βιώματα.
Σε ηλικία 2 χρονών έχασε τη μητέρα του, στην οποία, όπως αναφέρει ο ίδιος, όφειλε πολλές από τις ιδιότητες του χαρακτήρα του, καθώς και την κλίση του προς τη λογοτεχνία.
Επτά χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του. Έτσι, την ανατροφή του, καθώς και των μεγαλύτερων αδελφών του, ανέλαβε η μακρινή συγγενής τους Ερκόλσκαγια, που εμφύσησε στον κατοπινό συγγραφέα τις αντιλήψεις του για τις πνευματικές χαρές που δίνουν στον άνθρωπο η αγάπη και η ήσυχη ζωή μακριά από τους πειρασμούς της κοσμικότητας.
Μετά και το δικό της θάνατο το 1840, την ανατροφή των παιδιών συνέχισε άλλη συγγένισσα, η Γιουσκόβα, που επίσης άσκησε ισχυρότατη επίδραση στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του Τολστόι για τη ζωή και το αμφισβητήσιμο δικαίωμα του ανθρώπου να ζει πλούσια, όταν γύρω του οι άλλοι πεινούν.
Παράλληλα, Γάλλοι και Γερμανοί δάσκαλοι δίδαξαν στα παιδιά τις γλώσσες τους και αρκετές από τις γνώσεις της εποχής. Ιδιαίτερα στο Γερμανό δάσκαλό του Φίοντορ Κέσελ όφειλε ο Τολστόι τη γνωριμία του με τη γερμανική φιλοσοφία.

Το 1844 ο νεαρός Τολστόι γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου της πόλης Καζάν, αλλά το ενδιαφέρων του για τις φιλοσοφικές και στη συνέχεια για τις νομικές σπουδές ήταν μάλλον χλιαρό. Τα φοιτητικά του χρόνια σφραγίστηκαν από το διχασμό ανάμεσα στην παρόρμηση να παίρνει μέρος σε ανέμελα γλεντοκόπια και στις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες να ζήσει ενάρετο βίο. Στην περίοδο αυτή διαμορφώθηκε και η συνήθειά του για άγρυπνο αυτοέλεγχο, που δέσποσε σε όλη την κατοπινή ζωή του.
Ιδεώδες του γίνεται η επιδίωξη της ηθικής τελειότητας, αλλά καίριο γνώρισμα του χαρακτήρα του μένει η επιθετικότητα, με στόχο την υπερίσχυση των αντιλήψεών του, και η φιλοδοξία να πρωτεύει σε κάθε τομέα. Θέλοντας να νικήσει την αβεβαιότητα για τον εαυτό του και την ανασφάλεια που του δημιουργούσε η διάσταση ανάμεσα σε ιδανικό και πραγματικότητα, αναζητεί στήριγμα στην Αγία Γραφή και τα έργα του Ρουσσώ, που τα διαβάζει με πάθος. Παράλληλα, αρχίζει να δοκιμάζει τις δυνάμεις του στο γράψιμο, όπως αναφέρει στο ημερολόγιό του, το οποίο άρχισε τότε (1847) και συνέχισε ως το θάνατό του με μικρές διακοπές.
Ξαναγυρίζοντας στο πατρικό, αναλαμβάνει την διαχείριση της μεγάλης κτηματικής περιουσίας του, αλλά δεν άντεξε το φορτωμένο πρόγραμμα εργασίας που επέβαλε στον εαυτό του. Την επόμενη χρονιά, πήγε στη Μόσχα και μετά στην Πετρούπολη. Η τριετία 1848-51 σπαταλήθηκε σε κοσμικές απολαύσεις, χαρτοπαιξίες, γλέντια. Ένα μέρος του χρόνου του το διέθετε στο κυνήγι.
Καθώς βρισκόταν στη φύση, ξυπνούσαν έντονα οι τύψεις για τον άσωτο βίο του και δυνάμωνε η διάθεσή του ν’ασχοληθεί με τη συγγραφή. Έτσι, σαν αντίδοτο στο συνειδησιακό έλεγχο, γράφει στις αρχές του 1851 το αφήγημα «Ανιστόρηση της χθεσινής μέρας» και το πρώτο από τα τρία αυτοβιογραφικά του βιβλία (παιδικά χρόνια, εφηβεία , νεανικά χρόνια) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1852. Τον ίδιο χρόνο επίσης αποφάσισε να καταταγεί εθελοντής στο στρατό, υποχρεώνοντας και μ’αυτό τον τρόπο τον εαυτό του να απαρνηθεί την προηγούμενη ζωή του.
Η μακρά διαμονή στον Καύκασο (τρία ολόκληρα χρόνια) στάθηκε μια περίοδος πραγματικής μαθητείας στη ζωή και την τέχνη για τον Τολστόι . Δεν του έλειψαν οι ευκαιρίες για γλέντια, αλλά και τα διαστήματα απομόνωσης (εκούσιας ή ακούσιας), η συμμετοχή σε στρατιωτικά γεγονότα, η επαφή με τους ανθρώπους του λαού, που του πρόσφεραν τη δυνατότητα να γνωρίσει με τρόπο άμεσο και πλήρη συναισθήματα, ένστικτα και νοοτροπίες των ανθρώπων.
Η θερμή βίωση των συνθηκών και των περιστατικών που έβλεπε γύρω του, η εξοικείωση με τα πράγματα και ο στοχασμός της περασμένης του ζωής τον έκαναν όχι μόνο να βρει τη φυσικότητα και την αλήθεια που αναζητούσε, αλλά και του έδωσαν υλικό για μια σειρά από αφηγήσεις, μερικές από τις οποίες πολύ κοντά στο διήγημα ("Επιδρομή", "Το πρωινό ενός γαιοκτήμονα") που γράφτηκαν το 1852 και δημοσιεύθηκαν το 1856.
Στις αρχές του 1854 μετατέθηκε στη στρατιά του Δούναβη και το φθινόπωρο, όταν ο Κριμαϊκός πόλεμος βρισκόταν στη μεγάλη του ένταση, ζήτησε να μετατεθεί στην πολιορκούμενη Σεβαστούπολη, όπου βίωσε την πολιορκία τόσο σαν μαχητής αλλά και σαν παρατηρητής.
Λογοτεχνικός του καρπός μια σύντομη τριλογία (η Σεβαστούπολη το Μάη του 1855, Η Σεβαστούπολη τον Αύγουστο του 1855), που δημοσιεύθηκε το 1855 και το 1856 ενθουσιάζοντας αμέσως τον Τσάρο Αλέξανδρο Β', ο οποίος φρόντισε να μεταφραστεί αμέσως στα γαλλικά .
Μετά την άλωση της Σεβαστούπολης, μετατέθηκε στην Πετρούπολη, όπου οι λογοτεχνικοί και οι κοσμικοί κύκλοι τον υποδέχτηκαν θερμά. Ήδη τον θεωρούσαν έναν από τους σημαντικότερους ρώσους συγγραφείς. Βρήκε τότε την ευκαιρία να επιτεθεί με οξύτητα στις κατεστημένες απόψεις που δεν συμφωνούσαν με τις προσωπικές του πεποιθήσεις.
Ήδη θεωρούσε αμάρτημα να είναι κανείς ιδιοκτήτης γης όπου οι αγρότες λιμοκτονούσαν, καθώς και το να βάζει κανείς τους άλλους να δουλεύουν για λογαριασμό του με το αιτιολογικό ότι αυτός είναι πλούσιος ενώ οι άλλοι όχι.
Θέλοντας να είναι συνεπής με τις απόψεις του, πήγε στην Γιάσναγια Πολιάνα, με σκοπό να απελευθερώσει τους δουλοπάροικούς του. Το σχέδιό του όμως συνάντησε την άρνηση των χωρικών, οι οποίοι έλπιζαν ότι η τσαρική κυβέρνηση θα έδινε στο πρόβλημα τους μια λύση πιον ριζική απ’ αυτή που πρότεινε ο αφέντης τους. Από το 1856 χρονολογούνται τα έργα του «Συνάντηση σε ένα απόσπασμα με ένα άγνωστο Μοσχοβίτη», «Οι δύο Ουσσάροι και το βάσανο». Ένα σύντομο ειδύλλιο που είχε τότε δεν κατέληξε σε γάμο.
Το 1857 ο Τολστόι παραιτήθηκε από το στρατό κι έφυγε στο εξωτερικό (Παρίσι, Ελβετία). Οι θεσμοί όμως της Δυτικής Ευρώπης, καθώς και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων εκεί, δεν του άρεσαν καθόλου. Επέστρεψε ξανά στη Ρωσία, έχοντας σταθεροποιήσει την πεποίθηση ότι ο λαός πρέπει να μορφωθεί.
Γι’ αυτό ιδρύει στην Γιάσναγια Πολυάνα ένα σχολείο για παιδιά και μεγάλους, όπου διδάσκει ο ίδιος με δικές του παιδαγωγικές μεθόδους. Το 1857 γράφει την «Λουκέρνη» και το 1858 τον «Αλβέρτο και τους Τρεις θανάτους» . Στην τετραετία όμως (1859-1962) εγκαταλείπει σχεδόν τη συγγραφή. Μοναδικό του κείμενο ο «Πολικούσκα», που αποτελεί την πρώτη του απόπειρα να γράψει διήγημα με ξεκάθαρα λαϊκό περιεχόμενο.
Το 1860 ο Τολστόι έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στο εξωτερικό, για να παρασταθεί στον άρρωστο αδελφό του Νικολάι που τον υπεραγαπούσε. Επισκέφτηκε τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελβετία, το Βέλγιο, την Αγγλία και την Ιταλία επιδιώκοντας να πλουτίσει τις παιδαγωγικές του γνώσεις.
Όταν επέστρεψε, συνέχισε τη διδασκαλία κι εξέδωσε μάλιστα κι ένα μηνιαίο περιοδικό, όπου παρουσίαζε και υπερασπιζόταν τις εκπαιδευτικές του αντιλήψεις, που ως ένα σημείο είχαν επηρεαστεί από τις ιδέες του Ρουσσώ και του Πεστελότσι, ενώ συνέταξε και βιβλία για τις εκπαιδευτικές ανάγκες.
Ούτε όμως έτσι έβρισκε γαλήνη. Ένα αποτρόπαιο περιστατικό τον έφερε σε τέτοια απόγνωση, ώστε να αυτοεξοριστεί για ένα διάστημα στη Σαμάρα. Στο ταξίδι του αυτό γνώρισε τη δεκαεφτάχρονη Σοφία Αντρέγεβνα Μπερς, που άνηκε σε μεσαία τάξη της Μόσχας και είχε πλούσια πνευματικά ενδιαφέροντα. Την παντρεύτηκε και την έφερε στην Γιάσναγια Πολυάνα. (1862).
Έτσι έκλεισε η πρώτη περίοδος της ζωής του, που αργότερα την έκρινε με μεγάλη αυστηρότητα, θεωρώντας την ως μια συνεχή υποδούλωση στη φιλοδοξία, την ασωτία και τη λαγνεία. Όσο άδικες κι αν είναι οι κρίσεις του αυτές, υπογραμμίζουν πάντως την ανάγκη που ένιωθε να ξεκαθαρίσει και να συστηματοποιήσει τη ζωή του, επιδιώκοντας την ηθική και την καλλιτεχνική του τελειοποίηση.
Ο γάμος του πρόσφερε τέτοια ευκαιρία και ο Τολστόι έζησε μια σχετικά μακρόχρονη περίοδο ευτυχίας κοντά στη νεαρή γυναίκα του με την οποία απόκτησε δεκατέσσερα παιδιά ηρέμησε και μπόρεσε να συγκεντρώσει την εκπληκτική ενεργητικότητά του στη λογοτεχνική δραστηριότητα. Ήδη είχε εγκαταλείψει βαθμιαία τις ρομαντικές και αισθηματολογικές διαθέσεις που χαρακτηρίζουν τα κείμενα της πρώτης περιόδου.
Πλησίαζε όλο και πιο πολύ τους ανθρώπους και τα πράγματα που παρατηρούσε, και το ενδιαφέρον του συγκεντρωνόταν κυρίως στην ψυχολογική διερεύνηση των προσώπων.
Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, όπως απεικονίζεται στους «Κοζάκους» (δημοσιεύθηκε το 1863), βιβλίο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, ή της ανθρωπότητας μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου, όπως την πραγματεύτηκε στην τριλογία της Σεβαστούπολης και τους τρεις θανάτους, αποτελούν αξιολογότατα επιτεύγματα του Τολστόι.
Παρά τις επιδράσεις που ανιχνεύει κανείς από τον Ρουσσώ, τον Ντίκενς, τον Σταντάλ, τον Γκογκόλ κ.α., τα έργα αυτά είναι σαφώς προσωπικές δημιουργίες και λειτουργούν ως πιστοποιητικά προόδου του Τολστόι, που είναι πλέον σχεδόν έτοιμος να δώσει ωριμότερα έργα.
Το γραφείο του Λέων Τολστόι
Το 1856 ο Τολστόι αρχίζει να γράφει ένα μυθιστόρημα με θέμα την επάνοδο ενός εξόριστου Δεκεμβριστή στη Ρωσία. Δημοσιεύθηκε τελικά το 1884 με τον τίτλο "Δεκεμβριστές", αλλά σύντομα ένιωσε την ανάγκη να πλατύνει χρονολογικά τη διαπραγμάτευση, αρχίζοντας από τη χρονιά της συνωμοσίας (1825). Και πάλι όμως το σχέδιο πλάτυνε, για να περιλάβει τα μεγάλα γεγονότα της ρωσικής ιστορίας που εκτυλίχτηκαν το 1812. Έτσι έφτασε στη σύλληψη της μεγάλης τοιχογραφίας, που είναι το μυθιστόρημα «Πόλεμος και Ειρήνη», από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Η ιστορική εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων αποτελούσε βέβαια για τη Ρωσία παρελθόν, αλλά η επίδρασή της ήταν ολοζώντανη, λόγω της παράδοσης που είχε δημιουργήσει. Εξάλλου ο Τολστόι βρήκε στο οικογενειακό του περιβάλλον τα πρότυπα πολλών από τα κυριότερα πρόσωπα του έργου.
Κοντά στα παλαιότερα συγγραφικά του προσόντα, που ήταν η βαθιά παρατηρητικότητα και η ισχυρή βίωση και μετουσίωση υπαρκτών προσώπων και πραγματικών περιστατικών, προστέθηκε τώρα η επινόηση και στη λειτουργία της δημιουργικής φαντασίας. Έτσι, μετά από ένα χρόνο εντατικής δουλειάς, δημοσιεύθηκε το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος με τίτλο «Η χρονιά 1805» (1865), που στη συνέχεια πλάτυνε και ο τίτλος άλλαξε σε «Πόλεμος και Ειρήνη».
Εκείνο που κάνει εντύπωση στο μεγάλο αυτό έργο (που αρχικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό) δεν είναι τόσο ότι απεικονίζει με σχεδόν τέλειο τρόπο τις πτυχές της Ρωσίας εκείνων των χρόνων, αρχίζοντας από τη ρώσικη φύση, περνώντας μέσα από τις διάφορες νοοτροπίες ευγενών και εκπροσώπων του λαού και τις παρουσιάσεις ηθών και εθίμων και φτάνοντας ως τη διερεύνηση υψηλών πνευματικών και κοινωνικών διεργασιών.
Πιο πολύ ακόμη εντυπωσιάζουν η τέλεια συγχώνευση της τέχνης με την πραγματικότητα και –παρά το μέγεθος και την πολυμέρειά του– η στερεότητα της καλλιτεχνικής του δομής. Χάρη στην ποιότητα του λόγου που μένει προσηλωμένος στην ουσία χωρίς να ξεπέφτει σε περιττά στολίδια, τα διάφορα νήματα της αφήγησης υφαίνονται, άλλοτε διαπλέκονται και άλλοτε ξεπλέκονται με τον πιο αυθόρμητο τρόπο. Όλα όσα γίνονται στις σελίδες του φαίνονται φυσικά, αναγκαία, σχεδόν μοιραία. Η ζωή και ο θάνατος απεικονίζονται με την ίδια σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη, επιβάλλοντας το σεβασμό και μια αίσθηση επισημότητας.
Γεγονότα κοσμοϊστορικής σημασίας αδελφώνονται ισότιμα με μικρο-περιστατικά της καθημερινότητας και αυτή η ισοτιμία τους φαίνεται ως αιτιολογημένη και απαραίτητη. Εξάλλου οι πρωταγωνιστές όσο και τα πρόσωπα έχουν ελάχιστο πόλο να παίξουν. Παρουσιάζονται με τη ξεχωριστή τους ατομικότητα σε ένα πλαίσιο ανθρωπιάς.
Η παρουσία του συγγραφέα δε φαίνεται σχεδόν καθόλου, εκτός από το τέλος, όταν παρεμβαίνει για να κηρύξει μια θεμελιώδη θέση του: ο άνθρωπος δε δημιουργεί τίποτα, δε δεσπόζει σε τίποτα. Απλώς παρευρίσκεται και παρακολουθεί την αναπότρεπτη πορεία των πραγμάτων. Η θέση αυτή συνοψίζει την ουσία του τεράστιου αυτού έργου.
Εδώ βλέπουμε μια ομοιότητα με τον Όμηρο, όπου πίσω από τα πάντα κρύβεται ένα θεϊκό χέρι και οι θνητοί δεν είναι παρά πιόνια σε μια σκακιέρα των Θεών (μοίρας).
Όταν τελείωσε το μυθιστόρημα, ο Τολστόι αισθανόταν εξαντλημένος κι αποθαρρημένος.

Ο τρόπος που αντιλαμβανόταν πια τη ζωή ήταν επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ. Ωστόσο, σχεδίαζε να γράψει και άλλα έργα με ιστορικά θέματα, σχέδιο που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει. Στα χρόνια 1870-71 ο Τολστόι ρίχνεται με πάθος στη μελέτη των αρχαίων ελληνικών και εκφράζεται με μεγάλο θαυμασμό για τον Όμηρο.
Παράλληλα, ξαναρχίζει να ενδιαφέρεται για τα παιδαγωγικά θέματα, και το 1873 εκδίδει ένα Αλφαβητάριο. Αλλά ήδη από το 1870 έχει αρχίσει να σχεδιάζει ένα καινούργιο έργο με κεντρικό πρόσωπο μια πολύ αξιόλογη και καλή γυναίκα, που είναι όμως ένοχη μοιχείας. Το 1873 καταπιάνεται οριστικά με τη συγγραφή του, αλλά δεν προχωρεί με την ίδια άνεση του «Πόλεμος και Ειρήνη». Διακοπές, βαριεστιμάρα και μίσος και άλλοτε παθιασμένη αγάπη για τη δουλειά χαρακτηρίζουν τη διάθεση του συγγραφέα.
Εντούτοις, το έργο «Άννα Καρένινα» βγήκε τελικά άρτιο και αποτελεί καύχημα της ρώσικης λογοτεχνίας. Δημοσιεύθηκε κι αυτό αρχικά σε συνέχειες από το 1875 ως το 1877, οπότε κυκλοφορεί και σε μορφή βιβλίου αναθεωρημένο και ξαναπλασμένο. Έτσι δε διατηρεί ίχνος από τις ψυχικές μεταπτώσεις του συγγραφέα. Η αρμονική δομή του διαπνέεται από μια τραγική αίσθηση της ζωής. Στο χαρακτήρα του Καρένιν ο Τολστόι εκφράζει όλη την αντιπάθειά του για τον κομφορμισμό και την υποκριτική επιτήδευση.
Παρόλα αυτά, είναι κι αυτός θύμα της μοίρας. Υπάρχουν βέβαια ως αντίβαρο στοιχεία γαλήνης, αλλά γενικά στο έργο εκφράζεται η διάσταση ανάμεσα στη ζωή που κάνει ο συγγραφέας, νιώθοντας ότι δεν είναι εκείνη που θα έπρεπε, και σε μια νέα ζωή, που δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί αλλά βρίσκεται στο στάδιο της γέννησής της.
Μετά την «Άννα Καρένινα» ο Τολστόι περνάει μια βαθιά κρίση (εκδηλώθηκε το 1879) που τον έφερε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας και στην οποία ασφαλώς συνέβαλαν μια σειρά από οικογενειακές συμφορές, όπως οι θάνατοι του έβδομου και του όγδοου παιδιού του και μερικών ακόμα συγγενών που του ήταν πολύ προσφιλείς. Αλλά το βασικότερο αίτιό της βρίσκεται στην αμφιβολία που τον κατάτρεχε πάντα, ακόμη και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές του οικογενειακού του βίου, σχετικά με το αν έχει το δικαίωμα να ζει μια τόσο ωραία ατομική ζωή και ν’ ασχολείται μ’ ένα τέτοιο είδος τέχνης, όταν όλες του οι ελπίδες για μια ιδανική ζωή σωριάζονταν η μια μετά την άλλη.
Τη διέξοδο τελικά αναζητεί ο Τολστόι σε μια θρησκευτική πίστη δικής του διατύπωσης. Θέλει να ζει απαλλαγμένος από συμβατικότητες και ανέσεις. Αποκηρύσσει την καλοπέραση, την ψευτοπρόοδο, τον ψευτοπολιτισμό. Υποστηρίζει ότι κύρια στοιχεία του βίου πρέπει να είναι η φυσικότητα, η αγάπη, η αλήθεια και η εργασία που καλύπτει τις βιοτικές ανάγκες.
Ασχολείται ο ίδιος με την καλλιέργεια της γης, ντύνεται όπως οι μουζίκοι, φτιάχνει μόνος του τα παπούτσια του και κηρύττει την πραότητα ως την πραγματική ουσία της διδασκαλίας του Ιησού, τον οποίο δε θεωρεί Θεάνθρωπο, αλλά «πνευματικό» τέκνο του Θεού.
Αυτές του οι αντιλήψεις για τη θρησκεία, την ενεργό δύναμη της αγάπης, τις έννοιες του δικαίου, του κράτους, της ιδιοκτησίας, βρήκαν μεγάλη απήχηση, προκαλώντας συρροή οπαδών στη Γιάσνα Πολιάνα και επηρεάζοντας αποφασιστικά και τον Γκάντι.
Ο Τολστόι τις εκθέτει σε μια σειρά από βιβλία όπως: