Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Τα χέρια μου τρέμουν.


Τα χέρια μου τρέμουν. Μια ανάσα ν' ακούσω μια φορά. Ένα ψέμα να γουστάρω, να ευχαριστηθώ. Με δυσκολεύουν τα λόγια. Πολύ. Και πεθαίνω κάθε που με απαρνείσαι. Έχω νιώσει τόσες φορές τη δειλία στο αίμα μου. Έχω πέσει τόσες βραδιές κατάχαμα, ψηλαφίζοντας τ' άδεια σκεπάσματα. Να βρίζω. Να τρέχω. Να πονάω. Να βογκάω. Να φωνάζω στην αγάπη να γυρίσει πριν καταλάβω πως μονάχα πάθος ήτανε.
Τα χέρια μου τρέμουν κρατώντας το μικρόφωνο κι ο κιθαρίστας γελάει. Η φωνή μου ψηλαφίζει το πάθος μου κι ο ντράμερ χάνει το ρυθμό. Ένας χάος στο μυαλό μου. Ένα τίποτα στην αγκαλιά μου. Ένα φευγιό σφηνωμένο συνεχώς στο μυαλό μου.
Αναρωτιέμαι τι να κάνει η "Αθήνα".
Μιλάω στο φεγγάρι, τρέχω πιο γρήγορα απ' ότι το συννεφάκι που κοιτούσαμε μαζί. Πέφτω πιο αργά κι από ένα αστέρι. Ευχή κανείς δεν κάνει!
Αναρωτιέμαι που να είναι!
Άραγε ήρθε προς τα εδώ να σπουδάσει?
Άραγε παίζει ακόμη τσέλο? Άραγε χαμογελάει? Άραγε λάμπει όπως τότε?
Που και που τη θυμάμαι. Που και που χαζεύω τα τρένα στο σταθμό, δίχως να θέλω ξανά να μπω μονάχος.
Έκλεισαν όλες οι πληγές και δε νομίζω ότι θ' ανοίξουν νέες ποτέ. Παραιτήθηκα και μ' αρέσει. Δε φοβάμαι τίποτε πια, γιατί δεν προσπαθώ για τίποτε πια. Κι έτσι γουστάρω. Πηγαίνω στο μαγαζί, τα λέω και φεύγω. Δε με νοιάζει αν πληρωθώ. Δε με νοιάζει αν δε με χειροκροτήσει κανένας. Δε με νοιάζει αν θα φύγω. Δε με νοιάζει που σύντομα θα φύγω.
Κουνάω το κεφάλι σα χαζός καθώς γραντζουνάω την κιθάρα. Τραγουδάω φάλτσα επίτηδες κάπου κάπου. Και το γουστάρω! Γκαρίζω μέρα μεσημέρι, τους σπάω τα νεύρα το σπίτι.
Ακούω ειδήσεις και σπάω την τηλεόραση. Δε ζω σε κανένα κράτος. Οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε συνείδηση και πρώτα απ' όλους εγώ ο ίδιος. Η αναισθησία μ' αγαπάει απόψε. Ίσως να συνεχίσει και αύριο.
Ερωτεύθηκα τη Μποφίλιου χθες βράδυ. Με αηδίασε ο Μικρούτσικος. Βαρέθηκα το επιτηδευμένο χιούμορ κάθε Λάκη. Κουράστηκα από τη βλακεία των ανθρώπων. Και πρώτα απ' όλα απ' τη δική μου. Σιχάθηκα που κανείς δεν τονίζει τα προτερήματα του άλλου.
Τα χέρια μου τρέμουν. Μεγάλη Παρασκευή αμάρτησα! Μα δεν ντρέπομαι. Κι αν τον φοβάμαι είναι γιατί έτσι μ' έμαθαν. Ένα πλάσμα ανώτερο πως να σε πληγώσει? Δεν είναι εκδικητικό. Δεν είναι άνθρωπος για να είναι κακός!
Πήγα προχθές στο καφέ εκείνο. Κάθισα στο ίδιο τραπέζι. Σα να ήταν το λουλούδι εκεί παρατημένο. Από τότε...

Περίεργα χαμόγελα...


Περίεργα χαμόγελα...

Όταν ξεκινάω κάτι να γράφω, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι πάλι θα ταξιδέψω. Πρόσφατα διάβασα ότι η τέχνη κάθε ανθρώπου τον βοηθάει να κρύβει καλά τον ευατό του κι όχι να τον αποκαλύπτει όπως θα 'πρεπε να ισχύει. Έτσι εξηγούνται όλα λοιπόν. Κάπως έτσι...
Ήρθε πάλι η ώρα. Πάντοτε αργοπορημένος. Δε συμπαθώ καθόλου το χρόνο. Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Όλο κόντρα μου πάει. Μα τον συνήθισα. Ανακάλεσα σ' αυτό το σημείο. Μετά από τη συνήθεια έρχεται η δημιουργία...
Έφθασε η ώρα. Φοράω το φαρδύ κοστούμι, τα τεράστια παπούτσια και στέκομαι μπροστά στο μικρό καθρέφτη. Ζωγραφίζω κόκκινο μεγάλο χαμόγελο στα χείλη, λευκούς κύκλους γύρω από τα μάτια, λίγο ροζ στα μάγουλα να δείχνω υπερζώντανος, φοράω τη λαστιχένια κόκκινη μύτη και βγαίνω στη ζωή. Μακάρι να δούλευα στο τσίρκο, σκέφτομαι. Τώρα όμως μ' αυτή την αμφίεση βγαίνω στη ζωή...
Με ρωτάς γιατί χρησιμοποιώ τόσα σημεία στίξης! Όχι, δεν είναι από συνήθεια, απλώς με αυτό τον τρόπο εκφράζομαι. Για να μιλήσεις για κάτι πρέπει πρώτα να το σκεφτείς. Χρειάζεται χρόνος και πρέπει να σταματήσεις τα χείλη για λίγο. Μην κοιτάζεις όλους αυτούς που μιλούν και ξαναμιλούν, αργότερα το μετανιώνουν και την επόμενη φορά επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Για να κρίνεις κάτι πρέπει να γνωρίζεις γι' αυτό, όχι να υποθέσεις κάτι! Όχι να φανταστείς τι μπορεί να συμβαίνει! Πρέπει να ρωτήσεις! Κι αν δεν πάρεις απάντηση να σταματήσεις! Έτσι και στο χαρτί, όπως συμβαίνει με την ανάσα μου, σταματάω τακτικά. Όταν μιλώ, δε μπορώ να μιλώ για ώρα πολλή. Σα να κουράζομαι. Ίσως και να βαριέμαι. Έτσι λοιπόν και στο χαρτί. Η έκφραση είναι όπως και στη ζωή. Αργά, σταδιακά, σκεπτικά. Το τελευταίο είναι βέβαια που πονάει. Αλλά χαλάλι. Τελευταία αξίζει τον κόπο...
Με παίδεψε αρκετά η ζωή. Μα δε βαριέσαι... Ακόμη κι όταν πετρώνει η καρδιά, δεν παύει από μέσα να χτυπά. Ξέρω ότι μοιάζω με παιδί, και να 'ξερες πραγματικά πόσο με πονά, αλλά μεγάλωσα. Μέσα μου βαθιά θα το δεις αν ψάξεις. Ίσως το ξεχωρίζεις καμιά φορά και στα λόγια μου. Με παίρνει πολλές φορές από κάτω...
-Θα 'θελες να 'σαι κάποιος άλλος?
-Ίσως και να 'θελα. Ίσως πάλι και όχι. Το μόνο για το οποίο είμαι πραγματικά σίγουρος είναι ότι έμαθα πολλά όλον αυτό τον καιρό από τη ζωή. Κι έχω να μάθω ακόμη περισσότερα. Θέλω είμαι αυτός που είμαι, αλλά με κάποιες μικροαλλαγές. Βλέπεις όμως, άλλος αποφασίστηκε να πλάσει τον άνθρωπο, άλλος να τον μεγαλώσει, άλλος να του χαρίσει και να του στερήσει πράγματα. Τι μπορούμε να κάνουμε περίεργέ μου ευατέ εδώ που φθάσαμε? Υπομονή να υποθέσω! Και να δεχθούμε τη χαζοψυχή μας ως έχει. Το κατάλαβα. Αν και αργά, το κατάλαβα!
Τι άλλο έχουμε να πούμε κι απόψε? Α, ναι, να μιλήσουμε λιγάκι για τότε. Όταν ξεκίνησε τούτο το κακό... Το πιο αφηρημένο παιδί. Τότε είπαν ότι δε νοιάζεται για τα μαθήματα. Τώρα λένε ότι σκεφτότανε πολύ. Το πιο αργοπορημένο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι αγενής. Τώρα λένε ότι έφταιγε το γεγονός ότι σκεφτόταν διαρκώς. Το πιο ήσυχο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι ντροπαλός. Τώρα λένε ότι είναι τρελός. Ο νεαρός που δεν κοιμόταν ποτέ. Τότε έλεγαν ότι φταίει η εφηβεία. Τώρα λένε ότι σκέφτεται διαρκώς και δε μπορεί να ηρεμήσει τα βράδυα. Πάντοτε κάποιος κάτι λέει, ανεξάρτητα αν γνωρίζει πραγματικά τι φταίει ή όχι. Έτσι ανοίγουν κι οι πληγές. Κανένα απ' τα μεγάλα στόματα δε λογαριάζει τις συνέπειες των λέξεών του. Γιατί τα παιδιά ακούνε και καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα απ' ότι οι μεγάλοι "σοφοί" πιστεύουν. Πόσο μάλλον τα "περίεργα" παιδιά!
Είχε φαντασία. Μια τρομερή φαντασία. Έβλεπε τις γυναίκες σαν πλάσματα έξω από τούτο τον κόσμο. Τις αγαπούσε παράφορα, αλλά κάτι τις κρατούσε μακριά του. Ίσως ο τρόπος έκφρασής του. Ίσως ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του. Ίσως η διαρκής θλίψη στον τρόπο σκέψης του. Ίσως η μελαγχολική αδιαφορία του...
Τα θρανία και τα τετράδιά του ήτανε γεμάτα στίχους. Τα έγραφε τόσο απότομα, τόσο εύκολα, στη στιγμή. Στην αρχή ποιήματα, μετά hip hop στιχάκια, μετά ροκ εκδοχής, μετά ξανά ποιήματα και τώρα έντεχνης σημασίας. Άκουσε... και τι δεν άκουσε... Ότι τα λόγια του επηρεάζουν ψυχές. Ότι θα πεθάνει από κατάθλιψη. Ότι πρέπει να χαμογελά. Μα κανείς δεν ξέρει ότι κάθε βράδυ ντύνεται κλόουν στα όνειρά του. Αφού είπαμε. Όλοι κρίνουν δίχως να γνωρίζουν να κοιτούν βαθύτερα...
Μητέρα μου η μουσική. Πάντοτε ήθελα να το πιστεύω. Πολλοί το αμφισβητούν. Κι εγώ ο ίδιος πολλές φορές. Γούστα είναι θα μου πεις και θα ΄χεις και δίκιο. Εγώ ψάχνω μονάχα μια αλήθεια. Κι ας είναι και ψέμα. Όταν εκφράζεσαι με κάποιον τρόπο, τον θεωρείς τόσο σημαντικό, ώστε θέλεις να μάθεις αν πραγματικά πρέπει να ξοδεύεις το χρόνο σου σ' αυτό. Αν εκφράζονται κι οι άλλοι μέσω του τρόπου σου. Μα δε βγάζεις ποτέ άκρη. Απόψεις μπερδεύονται, σπάνε τα σκοινιά και μένεις μετέωρος στο κενό. Δε βαριέσαι... Η ζωή είναι μικρή κι οι τρόποι έκφρασης σπανίζουν. Θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να με πετάξουν από τη σκηνή. Φοράω το χαμόγελο και πάλι. Άλλωστε μονάχα μ' αυτή ταξιδεύω. Με τις νότες και με τις λέξεις. Καμιά φορά ταξιδεύω και με λέξεις που βγαίνουν από γυναικεία χείλη. Αλλά ετούτες οι στιγμές είναι τόσο σπάνιες τελευταία. Σίγουρα κάποιος θα ρωτήσει τι φταίει! Σίγουρα κάποιος θα θεωρήσει ότι υπάρχει πρόβλημα εδώ. Κι αν απαντήσω ότι φταίει που ο κόσμος επιπλέει, θα με κατηγορήσουν ότι κοιτάζω ψηλά και θεωρώ τους κοινούς ανθρώπους φελλούς. Άντε μετά να δικαιολογήσεις τη θέση σου! Σ' αυτό τον κόσμο ήρθαμε για να διασκεδάσουμε. Να γνωρίσουμε τον άνθρωπο. Να συνυπάρξουμε. Τελικά απομακρυνόμαστε, αποξενονόμαστε, λατρεύουμε τον ευατό μας, μιζεριάζουμε. Ματαιότης αγαπημένε μου άνθρωπε, ματαιότης! Όλοι μοιάζουμε όμορφοι, όλοι νομίζουμε ότι είμαστε όμορφοι, αλλά αν τύχει και συναντήσουμε κανέναν άγγελο στο διάβα μας κάποια φορά, θα αναιρέσουμε όλα τα πιστεύω μας. Πόσο μάλλον όταν καταλάβουμε ότι αυτός ο άγγελος είναι άνθρωπος κατά βάθος. Δεν είναι ένα τυχαίο αερικό.
Όταν μάθουμε να μιλάμε με λόγια αληθινά, ίσως καταφέρουμε να ζήσουμε την ουσία της ευτυχίας. Πόσα χαμόγελα χωράνε εδώ?

:)))

Απουσία

Απουσία

Κλείνει τα φώτα στο σαλόνι με τα παλιά ξύλινα έπιπλα και προχωράει στο μισοσκόταδο. Το ξέρει το σπίτι της καλύτερα και από την παλάμη του χεριού της. Θα μπορούσε να κυκλοφορεί μέσα του ακόμα και τυφλή. Κατευθύνεται προς την γωνιά πριν το στενό υπνοδωμάτιο. Εκεί που έχει κρεμάσει το καντηλάκι με το μαυρισμένο από τον καπνό γυαλί του. Σηκώνει πολύ λίγο τα μάτια και το κοιτάζει που φιλοξενεί την μικρή την φλόγα μέσα του. Κι αυτή σιγοκαίει πορτοκαλιά κι αδύναμη κι ας έχει γίνει ξαφνικά όλος ο κόσμος του σπιτιού. Την κανει να νιώθει σαν να μικραίνει απότομα ο τόπος. Σαν να συνοστίζεται η ζωή της σε μερικές σπίθες.
Αλλά τέρμα οι σκέψεις.
Κάνει τον σταυρό της και βολεύει τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της. Καρφώνει τα μάτια   στο πορτοκαλί φως και μετά από λίγο εστιάζει το βλέμμα της στην Παναγία, που κρατώντας τον γιό της, γέρνει ελαφρά και την κοιτάζει πίσω από το καντήλι. Νιώθει σαν να της λέει κάτι, αλλά δεν μπορεί να την καταλάβει. Δεν δίνει σημασία.Κουνάει τα χείλια της για λίγο. Χωρίς να βγάζει από μέσα της φωνή. Προσεύχεται. Προσεύχεται δυνατά κι έντονα. Είναι από τα λίγα πράγματα που της έχουν απομείνει για να βοηθήσει τον εαυτό της και αυτούς τους λίγους που αγαπάει.
Κάνει ξανά τον σταυρό της, ενώ σκύβει συγχρόνως το κεφάλι. Φεύγει. Χωρίς να ξανακοιτάξει την Παρθένο.Με αργά και βαριά βήματα πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα, που είναι βουτηγμένη στο παχύρευστο σκοτάδι. Πνίγεται. Γι’ αυτό και βιάζεται. Κάθεται στο κρεβάτι και τραβάει το σεντόνι προς τα πάνω με έναν αρχαίο και πρωτόγονο φόβο, αλλά όχι πολύ έντονο. Ένα μικρό του κομματάκι μόνο κάθεται μέσα της μα ηρεμεί πολύ γρήγορα. Μόλις βρεθεί κάτω από τα σκεπάσματα είναι σαν να μην υπάρχει πια.
Σκέφτεται ότι κι ας πέρασαν πολλά χρόνια κάποια πράγματα έμειναν ίδια με τότε που ήταν παιδάκι. Είναι παράξενο. Κι εδώ, μέσα στο μαύρο, στην απουσία του φωτός που δεν μπορεί να δει τις λεπτομέρειες της ύλης και την φθορά της θα μπορούσε να πει πως αισθάνεται ακόμη έτσι. Μέσα στο σκοτάδι κανείς δεν μπορεί να της πει τι είναι. Μέσα του μπορεί να είναι ό,τι αισθάνεται. Κι αυτή αισθάνεται νέα και γερή. Στην απουσία του φωτός βρίσκει μαγικά πράγματα, όπως θάλασσες πολύχρωμες πέτρες και ηλιοβασιλέματα. Κρατάει στις χούφτες της ποτάμια και χρυσόψαρα. Κάνει τρία βήματα και μπαίνει μέσα σε κήπους, που τα δέντρα τους σχηματίζουν καμάρες από φύλλα. Εξωτικά πουλιά με μωβ και χρυσοκίτρινα πούπουλα φτερουγίζουν φευγαλέα πάνω από το κεφάλι της κι έπειιτα πετούν μακριά. Από την κοιλιά της αναβλύζουν χρώματα. Παιδάκια τρέχουν γύρω της και την τραβούν από την άκρη του νυχτικού της. Κάτι της δείχνουν με τα δαχτυλάκια τους. Είναι ένας ορίζοντας γεμάτος ελπίδα. Βαμμένος με αγάπη.
Ζει ξανά. Μέσα στο σκοτάδι συναντάει τα όνειρά της και τον εαυτό της. Όχι αυτόν που κουβαλάει μαζί της κάθε μέρα και αυτόν που νομίζουν οι γύρω της πως της ανήκει. Αλλά έναν άλλο, που μόνο αυτή γνωρίζει την υπαρξή του. Εκείνον παρατηρεί τις νύχτες. Τις νύχτες ζει. Νομίζει πως τότε καταφέρνει και πλησιάζει την Αλήθεια.
* * *
Γυρίζει πλευρό και χαμογελάει με τα χέρια της ενωμένα στο προσκέφαλό της. Τον κοιτάει που κοιμάται δίπλα της ήσυχος. Είναι σαν μικρό παιδί που κλειδώθηκε σε μια κλωστή του χρόνου. Είναι σαν ηλικιωμένος που πλησιάζει στο τέρμα του. Τόσο ζωντανός. Τόσο ωχρός. Ροχαλίζει άσχημα. Τον σκεπάζει προστατευτικά και του δίνει ένα φιλί στο ατσαλάκωτο μέτωπο. Χαιδεύει το ζαρωμένο του πρόσωπο. Γυρίζει πάλι ανάσκελα και του ψιθυρίζει…
            * * *             
Πάντα νόμιζα ότι με κάποιον τρόπο με αγαπούσες. Με έναν δικό σου βαρύ αναστεναγμό, με ένα βλέμμα, μερικές αδιαφορίες, βεβιασμένες αγκαλιές που μου ψιθύριζαν πέτρινα παρακάλια από αυτά που ξέρουν να ακούνε τα σώματα. Πίστευα πως με μία χούφτα σκέψεις ήμουν γερμένη κι εγώ στην κάθε σου μέρα, όπως κι εσύ ξαπλώνεις στις δικές μου. .Πως με κρυφοκοιτούσες μέσα από τις χαραμάδες της καρδιάς σου και φύλαγες μία πρόταση για μια αόρατη συνάντηση στον χωροχρόνο του μυαλού μας. Ευελπιστούσα πως πίστευες κι εσύ Σε αυτό που στέκει σιωπηλό ανάμεσά μας και χορεύει με τα χρώματα μέσα μας, αλλά δεν έχει όνομα.
Με ακούς ή κοιμάσαι πάλι; Άκουσέ με… Σε περίμενα ξανά απόψε, ξέρεις. Αιμοραγώ φαιά ουσία πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια μας. Στην χαρίζω όλη, όπως και όλα όσα έχω. Να, πάρε και τις τόσες μου συγγνώμες που τσακίστηκαν στο κενό κι έπεσαν στο πάτωμα υποτιμημένες. Να, πάρε και τις αμέτρητες αναμονές μου που κροταλίζουν στο κεφάλι μου με κακό θυμό. Πάρε τα όλα στο φευγιό σου. Ναι, αφού ξέρω ότι θα φύγεις μόλις σηκωθείς. Μην προσπαθείς να μου πεις ψέματα. Μα σε ξέρω τόσο καλά πια (γελάει). Φοβάμαι μήπως σε κατανόησα τόσο βαθιά που ξέχασα τον εαυτό μου (γελάει πιο δυνατά). Θα μπορούσε να γίνει αυτό άραγε;
Μου αρέσει που μέχρι τώρα καταφέρνεις και με κάνεις να σκέφτομαι. Μα.., καμιά φορά αναρωτιέμαι εσύ το έχεις κάνει ποτέ; Να σκεφτείς; Για αρκετή ώρα. Για τόσο πολύ χρόνο που να σε πονέσει ο εγκέφαλός μέσα στο κεφάλι σου. Που να ματώσει η καρδιά σου με μελαγχολία. Αλλά, είχες και ποτέ κανένα από τα δύο αυτά όργανα μέσα στο σώμα σου; Πάντως, ένα είναι σίγουρο! Ότι τώρα δεν έχεις… Βλέπεις, δεν υπάρχεις. Στο θυμίζω κι ας το ξέρεις ήδη. Αλλά, πώς να το ξέρεις (γελάει); Αφού δεν υπάρχεις.
Κοιμάσαι ακόμα ε; Σε βλέπω εδώ δίπλα μου στο ημιφως. Λάμπει το δέρμα σου λες και σε έκοψαν από την σελήνη. Τα βλέφαρά σου τρεμοπαίζουν λίγο λες και με ακούς, αλλά δεν θες να το καταλάβω. Μια γυαλάδα στολίζει τα μαλλιά σου, ενώ μικρά της υπολέιματα που περίσσεψαν κάθονται στις άκρες των μαύρων σου τόξων, που έχεις πάνω από τα μάτια σου. Ήξερες πάντα ότι ήταν ικανά να με πληγώσουν ε; Όλα τα ήξερες εσύ τελικά. Κι ας μην μιλούσες ποτέ πολύ. Κι ας μην εκδηλωνώσουν. Το στόμα σου, που έμοιαζε κλειστό  αν και δεν ήταν, χάσκει πολύ λίγο τώρα. Τι περιμένεις; Ω.., λαμπυρίζει αδύναμα μία στάλα αθωώτητας πάνω στο μέτωπό σου. Κοιτάω την μύτη σου. Είναι αρκετά μεγάλη. Δείχνει το μέγεθος της αυταρχικότητας και της αλαζονείας σου, μα είναι υπέροχη.
Και τα χέρια σου. Βέβαια, τα δυο σου κλαδιά. Μου έδιναν μία ανεκτίμητη εσωτερική δύναμη όταν με άγγιζαν ή όταν με τύλιγαν μέσα στην πετρωμένη αγκαλιά σου, που καμιά φορά μου θύμιζε άγουρο φρούτο. Τα δάχτυλα, τα παρακλάδια τους δοκίμασα πολλές φορές να στα περιγράψω. Δεν τα κατάφερα.
Αλλά… να μην σε κουράζω. Πες μου κάτι: Με    αγαπάς     ;
* * *
Γυρνάει το κεφάλι της προς το μέρος του. Κανείς δεν είναι πια εκεί δίπλα της. Είναι μόνη. Πάλι. Ησυχία στο σπίτι. Από την πόρτα φτάνουν δέσμες φωτός που προέρχονται από το καντηλάκι. Τα μάτια της έχουν συνηθίσει στο μαύρο. Διακρίνει κάθε σχήμα και κάθε γωνία στο δωμάτιο. Μπορεί και βλέπει τις σκιές. Στρέφεται στο κομοδίνο, στο παράθυρο, στην πόρτα, στον καθρέφτη και ξανά στο κομοδίνο δεξιά της. Αρπάζει το μικρό ρολόι και το φέρνει μια ανάσα από το πρόσωπό της. Προσπαθεί στο μισοσκόταδο να εντοπίσει τους δείκτες. Πόση ώρα της απομένει; Ανακάθεται ανακουφισμένη και βολεύει το μαξιλάρι πίσω της. Ξαπλώνει κουρασμένη ξαφνικά. Σκουπίζει το μέτωπό της και αισθάνεται τις χαρακιές του χρόνου πάνω του. Ναι, νιώθει πολύ εξουθενωμένη τώρα. Αγγίζει για λίγο τα αδυνατισμένα της μαλλιά. Είναι σαν αφρός μέσα στο χέρι της. Τα αφήνει απογοητευμένη.
Είναι η στιγμή που την προδίδει ακόμα και η νύχτα. Αλλά έχει χρόνο ακόμη μέχρι να ξημερώσει. Έχει μερικές ευκαιρίες ακόμη για να ζήσει αυτό που θέλει, που επιθυμεί περισσότερο. Σφίγγει λίγο τα μάτια και κοιτάει προς το μέρος του. Είναι εκεί. Την κοιτάει. Με έναν παράξενο τρόπο. Δεν μπορεί να τον περιγράψει παρά μόνο του ανταποδίδει κι αυτή το βλέμμα. Τεντώνει το χέρι της και πιάνει το δικό του. Κλείνει τα μάτια μην χαλαρώνοντας ποτέ την λαβή.
Την παίρνει ο ύπνος…

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΕΣΥ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΣ Μ' ΑΠΟΡΙΑ

ΕΣΥ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΣ Μ' ΑΠΟΡΙΑ


Εσύ εσύ που κοιτάζεις μ' απορία
π' έκλεισες τη πιο ωραία ιστορία
τώρα γιατί μ' αναστατώνεις
κι όλο το είναι μου πληγώνεις

Εσύ εσύ που με' βλεπες για εχθρό σου
που μου' λεγες ότι έφραζα το φως σου
τώρα γιατί με κατακρίνεις
κι όλο με άλλες με συγκρίνεις


Σου το' χα πει πως η αγάπη
δεν είναι μόνο παίρνω κάτι
ούτε απ' τον ένα οι θυσίες
τώρα πια μέτρα τις ατυχίες
και το γινάτι βγάζει μάτι
σου το' χα πει πως η αγάπη
δεν είναι μόνο παίρνω κάτι


Εσύ εσύ που με κοιτάζεις θλιμμένος
που' λεγες πως είσαι καταπιεσμένος
τον εγωισμό σου γέμιζες
και τη ψυχή σου γκρέμιζες


Εσύ εσύ που με' βλεπες για εχθρό σου
που μου' λεγες ότι έφραζα το φως σου
τώρα γιατί με λογοκρίνεις
και στους γνωστούς μας με συγκρίνεις

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ

ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ

 
Tην τραβηξε μαζι του.Εμπλεξαν τα δαχτυλα και την πηρε στο δικο του δρομο.<<Που παμε?τον ρωτησε.<<Σε ενα μερος που κυριαρχει το λυκοφως.<<Που βρισκεται?<<Την κοιταξε.Στην σκοτεινη πλευρα του ηλιου.<<Ο ηλιος εχει σκοτεινη πλευρα?Το φως λιγοστευε,το σκοταδι τους τυλιξε.Δεν μπορουσε να τον δει.Ηταν ομως εκει.Εδω θα μ΄ακουσεις,της ειπε.Εμενα.Τον εαυτο σου που δεν σε προδωσα ποτε.Ειμαι η λογικη σου,η συνειδηση σου.Μεσα στις εικονες και τους ηχους της ζωης σου παντα ειμαι κοντα σου.Θεατης που σε προστατευω.Φιγουρα χωρις ταυτοτητα,χωρις ματια,χωρις αρχη και και τελος.Εγω ειμαι η βαρκα σου χωρις επιβατη,χωρις τιμονι,με προορισμο το τιποτα,τον Αδη κ τον Παραδεισο.Ειμαι ο χτυπος της καρδιας σου,ο σφυγμος σου,το παρελθον,το παρον, το μελλον σου,το παιδι που ονειρευεται το αυριο,μια ανασα σου,μια ματια σου,μια χαραμαδα στην ζωη σου για να περασει η αγαπη,ο θανατος,οχρονος.Η λογικη και η τρελλα σου,η ηρεμη λιμνη στις τρικυμιες της καρδιας σου.Ειμαι αυτος που σε λυτρωνει,σε κανει ευτυχισμενη και κυριως δεν σε ποναει ποτε.Εμαι ο Εαυτος σου.

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

ΑΓΓΕΛΟ ΣΟΥ ΚΑΤΕΒΑΣΑ

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

ΑΓΓΕΛΟ ΣΟΥ ΚΑΤΕΒΑΣΑ


Άγγελο σου κατέβασα
πάντα να σε φυλάει
στο προσκεφάλι σου κρυφά
να σε γλυκοκοιτάει


Τη μέρα να ακολουθεί
κρυφά τα βήματά σου
και να προσέχει μάτια μου
που δίνεις τα φιλιά σου

Πολύ τον παρακάλεσα
να με μεταμορφώσει
σε άγγελο μία βραδιά
φτερά για να μου δώσει

Να' ρθω κρυφά να σε κοιτώ
ν' ανοίξεις τα φτερά σου
και μ' ένα πέταγμα απαλό
να μπω στην αγκαλιά σου